Ηλιόδωρος, Αιθοπικά (μετάφραση Αλόη Σιδέρη)


CUM calidiora essent oscula quam decebat

Σε προηγούμενη ανάρτηση μιλήσαμε για τα Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου. Το έργο αυτό κυκλοφορεί σε τρεις νεοελληνικές μεταφράσεις. Η πρώτη του Στέλιου Χιλιαδάκη στον οίκο του Ζαχαρόπουλου περιορίζεται στα τρία πρώτα βιβλία. Μια ολοκληρωμένη μετάφραση του έργου με παράθεση του πρωτότυπου κειμένου κυκλοφόρησε το 2002 από την φασματική «Φιλολογική Ομάδα Κάκτου». Η πρώτη όμως ολοκληρωμένη μετάφραση του έργου είχε ήδη κυκλοφορήσει το 1997 από τον ποιοτικό οίκο «Άγρα». Αυτή είναι η μετάφραση που προτιμούμε ή, καλύτερα, η μεταφράστρια που προτιμούμε, η Αλόη Σιδέρη, οι μεταφράσεις της οποίας αποπνέουν ανεπιτήδευτη λογιοσύνη, προσιτές στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, με σεβασμό στα πρωτότυπα κείμενα.
Από αυτήν την μετάφραση των Αιθιοπικών δίνουμε απόσπασμα. Αφηγείται ο Κνήμων, ολίγον δειλός, αλλά πιστός φίλος του κεντρικού ήρωα Θεαγένη. Μας εξιστορεί πώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα εξαιτίας της μητριάς του. Του συμπεριφερόταν μοχθηρά; Κάθε άλλο…


Πατέρας μου ήταν o Αρίστιππος, γέννημα της Αθήνας, μέλος της άνω βουλής, με μέτρια περιουσία. Όταν πέθανε η μητέρα μου, εκείνος αφέθηκε να παρασυρθεί σε δεύτερο γάμο επειδή δεν ήθελε να στηρίζει τις ελπίδες του σε έναν μόνο γιο. Φέρνει λοιπόν στο σπίτι μια γυναίκα, κομψή στους τρόπους άλλα μοχθηρή στην ψυχή, Δημαινέτη το όνομα. Δεν πρόλαβε να μπει στο σπίτι μας και έκαμε τον γέρο σκλάβο της: παρασύροντάς τον με την ομορφιά και με τις υπερβολικές περιποιήσεις της, τον έπειθε να κάνει πάντα το δικό της. Ήξερε όσο καμιά να ξετρελαίνει τους άνδρες και κατείχε τέλεια την τέχνη της σαγήνης: στέναζε όταν έβγαινε o πατέρας μου από το σπίτι, στο γυρισμό του έτρεχε να τον υποδεχτεί, τον μάλωνε αν αργούσε κάνοντας πως θα πέθαινε αν λίγο καθυστερούσε, και όλ’ αυτά με αγκαλιές και δάκρυα και φιλιά. Πιασμένος o πατέρας μου στα δίχτυα της, δεν είχε μάτια, δεν είχε νου παρά για κεί­νη. Όσο για μένα, στην αρχή καμωνόταν πως με έβλεπε σαν γιο της -ήταν κι αυτό ένας τρόπος να κατακτήσει τον Αρίστιππο-, συχνά ερχόταν σε με και με φιλούσε και με γέμιζε ευχές· κι εγώ αφηνόμουν χωρίς καθόλου να υποψιάζομαι την αλήθεια και μάλιστα με θαυμασμό για τα μητρικά αισθήματα που έδειχνε σε μένα. Σύντομα όμως άρχισε να με πλησιάζει πιο αδιάντροπα, τα φιλιά της άρχισαν να γίνονται υπέρ το δέον φλογερά και το βλέμμα της πιο άσεμνο. Όλ’ αυτά με έβαλαν σε υποψίες και, από κει και πέρα, την απέφευγα και την έσπρωχνα όταν έκανε να με πλησιάσει. Μα γιατί να σας κουράζω λέγοντας όλα όσα έκανε; Γιατί να σας απαριθμήσω τους πειρασμούς που μεταχειρίστηκε, τις υποσχέσεις που μου έδινε, πότε «γιόκα μου» πότε «γλυκέ μου» oνομάζοντάς με κι ύστερα πάλι «κληρονόμο της» και σε λίγο «ψυχή της» ανακατεύοντας τα πιο τρυφερά γλυκόλογα με τα πιο σαγηνευτικά και ψάχνοντας να βρει τα πιο κατάλληλα μέσα για να με παρασύρει, τα πιο σεμνά όταν έπαιζε τη μητέρα και τα πιο άτοπα όταν άφηνε να φανεί ολοκάθαρα η ερωμένη;
Και να τί έγινε στο τέλος. Στη γιορτή των Μεγάλων Πα­ναθηναίων, όταν οι Αθηναίοι εν πομπή φέρνουν διά ξηράς το πλοίο στην Αθηνά, ήμουν στην τάξη των εφήβων και, αφού έψαλα τον καθιερωμένο παιάνα στη θεά και ακολούθησα κατά την παράδοση την πομπή, γύρισα σπίτι όπως ήμουν με τη γιορτινή στολή μου, φορώντας τη χλαμύδα και το στεφάνι. Και κείνη, μόλις με πρωτοαντίκρισε, βγήκε εκτός εαυτής και, χωρίς πια να κρύβει τον έρωτά της, με τον πόθο γυμνό, έτρεξε κοντά μου και με αγκάλιασε λέγοντας «Αχ εσύ, o νέος Ιππόλυτος, o Θησέας μου!» Τι λέτε να ένιωσα, εγώ που και τώρα κοκκινίζω καθώς σας τα διηγούμαι; Έφτασε το βράδυ και o πατέρας μου θα δειπνούσε στο πρυτανείο. Καθώς ήταν πάνδημη εορτή και το συμπόσιο έμελλε να κρατήσει ως το πρωί, μου ρίχνεται εκείνη και επιχειρεί τα αθέμιτα. Κι επειδή εγώ αντιστεκόμουν με όλες τις δυνάμεις μου και απέκρουα όλα τα χάδια και τις υποσχέσεις της, στέναξε βαθιά κι απελπισμένα και έφυγε· μόλις είχε περάσει η νύχτα κι έβαλε η καταραμένη σε εφαρμογή το εκδικητικό της σχέδιο· πρώτα πρώτα, δεν σηκώθηκε καθόλου από το κρεβάτι και, όταν έφτασε ο πατέρας μου και τη ρώτησε τι έχει, έκανε τάχα πως ένιωθε μεγάλη αδυναμία και δεν αποκρίθηκε με την πρώτη. Καθώς όμως εκείνος την πίεζε ρωτώντας τη με επιμονή τί είχε πάθει, «o θαυμάσιος», του λέει, «o ευσεβής νέος, o κοινός μας γιος, που εγώ, μάρτυς μου o θεός, τον αγάπησα περισσότερο κι από σένα, καταλαβαίνοντας, από κάποιες ενδείξεις, ότι είμαι έγκυος, πράγμα που σου έκρυβα ώσπου να βεβαιωθώ, περίμενε τη στιγμή που έλειπες κι ενώ εγώ, κατά τη συ­νήθειά μου, τον νουθετούσα λέγοντάς του να μην έχει το νου του στις εταίρες και στο πιοτό (γιατί είχα καταλάβει πως κάτι τέτοια έκανε, αλλά δεν σου το έλεγα για να μη με νομίσεις κακή μητριά), ενώ έτσι τον ορμήνευα ιδιαιτέρως για να μην τον κάνω να κοκκινίσει, είπε για σένα και για μένα λόγια τόσο αισχρά που ντρέπομαι να τα επαναλάβω και, κλωτσώντας με στην κοιλιά, με έφερε στην κατάσταση που βλέπεις».


  ῏Ην μοι πατὴρ Ἀρίστιππος, τὸ γένος Ἀθηναῖος, βουλῆς δὲ τῆς ἄνω, τὴν περιουσίαν τῶν μέσων. Οὗτος, ἐπειδή μοι τὴν μητέρα τελευτῆσαι συνέβη, πρὸς δευτέρους ἀπεκλίνετο γάμους, ἐπὶ μόνῳ μοι παιδὶ σαλεύειν ἐπιμεμφόμενος, καὶ τοῖς οἴκοις ἐπεισάγει γύναιον ἀστεῖον μὲν ἀλλ’ ἀρχέκακον, ὄνομα Δημαινέτην. Ὡς γὰρ τάχιστα εἰσῆλθεν, ὅλον ὑπεποιεῖτο καὶ πράττειν ὅτι βούλοιτο ἔπειθε, τῇ τε ὥρᾳ τὸν πρεσβύτην ἐπαγομένη καὶ τἄλλα ὑπερθεραπεύουσα· δεινὴ δέ, εἴπερ τις γυναικῶν, ἐφ’ ἑαυτὴν ἐκμῆναι καὶ τέχνην τὴν ἐπαγωγὸν ἐκτόπως ἠκριβωμένη, προόδοις τε τοὐμοῦ πατρὸς ἐπιστένουσα καὶ εἰσόδοις προστρέχουσα καὶ βραδύνοντι μεμφομένη καὶ ὡς ἀπώλετ’ ἂν εἰ ὀλίγον ἐμέλλησε καὶ περιβάλλουσα ἐφ’ ἑκάστῳ ῥήματι καὶ ἐπιδακρύουσα τοῖς φιλήμασιν· οἷς ἅπασιν ὁ πατήρ μου σαγηνευθεὶς ὅλην ἐκείνην καὶ ἔπνει καὶ ἔβλεπεν. Ἡ δὲ κἀμὲ τὰ πρῶτα ἴσα καὶ παῖδα ὁρᾶν ἐπλάττετο κἀν τούτῳ τὸν Ἀρίστιππον ὑποποιουμένη καί ποτε καὶ ἐφίλησεν ἂν προσελθοῦσα καὶ ὄνασθαί μου συνεχῶς ηὔξατο· κἀγὼ προσιέμην, τῶν μὲν ὄντων οὐδὲν ὑποπτεύων, ὅτι δὲ μητρῴαν ἐπιδείκνυται περὶ ἐμὲ θαυμάζων διάθεσιν. Ἐπεὶ δὲ ἰταμώτερον προσῄει καὶ θερμότερα ἦν τὰ φιλήματα τοῦ πρέποντος καὶ τὸ βλέμμα τοῦ σώφρονος ἐξιστάμενον πρὸς ὑπόνοιαν ἦγεν, ἤδη τὰ πολλὰ καὶ ὑπέφευγον καὶ πλησιάζουσαν ἀπωθούμην. Καὶ τὰ μὲν ἄλλα τί δεῖ μηκύνοντα ἐνοχλεῖν; τὰς πείρας ἃς καθῆκε, τὰς ὑποσχέσεις ἃς ἐπηγγείλατο, νῦν μὲν παιδίον νῦν δὲ γλυκύτατον ὀνομάζουσα καὶ αὖθις κληρονόμον καὶ μετ’ ὀλίγον ψυχὴν ἑαυτῆς ἀποκαλοῦσα καὶ ἁπλῶς τὰ καλὰ τῶν ὀνομάτων τοῖς ἐπαγωγοῖς παραμιγνῦσα καὶ οἷστισι μᾶλλον προστρέχω περισκοποῦσα, ὡς ἐν μὲν τοῖς σεμνοτέροις μητέρα ἑαυτὴν ἀναπλάττουσα ἐν δὲ τοῖς ἀτοπωτέροις τοῦτο ἐκεῖνο λαμπρῶς ἐρωμένην ὑποφαίνουσα.
Τέλος δὲ γίνεταί τι τοιοῦτον. Παναθηναίων τῶν μεγάλων ἀγομένων, ὅτε τὴν ναῦν Ἀθηναῖοι διὰ γῆς τῇ Ἀθηνᾷ πέμπουσιν, ἐτύγχανον μὲν ἐφηβεύων, ᾄσας δὲ τὸν εἰωθότα παιᾶνα τῇ θεῷ καὶ τὰ νενομισμένα προπομπεύσας, ὡς εἶχον στολῆς αὐτῇ χλαμύδι καὶ αὐτοῖς στεφάνοις ἔρχομαι οἴκαδε ὡς ἐμαυτόν. Ἡ δὲ ἐπειδὴ τὸ πρῶτον εἶδεν ἐκτὸς ἑαυτῆς γίνεται καὶ οὐδὲ ἐσοφίστευεν ἔτι τὸν ἔρωτα, ἀλλ’ ἀπὸ γυμνῆς τῆς ἐπιθυμίας προσέτρεχε καὶ περιβαλοῦσα ὁ νέος Ἱππόλυτος,  ὁ Θησεὺς ὁ ἐμός  ἔλεγε. Τίνα με οἴεσθε γεγενῆσθαι ὃς καὶ νῦν ἐρυθριῶ διηγούμενος; Ἀλλ’ ἑσπέρας γενομένης, ὁ μὲν πατὴρ εἰς τὸ πρυτανεῖον ἐσιτεῖτο καὶ ὡς ἂν ἐν τοιαύτῃ πανηγύρει καὶ πότῳ πανδήμῳ καὶ διανυκτερεύειν ἔμελλεν, ἡ δὲ ἐπιγίνεταί μοι νυκτὸς καὶ ἐπειρᾶτό τινος τῶν ἀθεμίτων τυγχάνειν. Ὡς δὲ παντοίως ἀντεῖχον καὶ πρὸς πᾶσαν θεραπείαν καὶ ὑπόσχεσιν καὶ ἀπειλὴν ἀπεμαχόμην, βαρύ τι καὶ βύθιον στενάξασα ἀπιοῦσα ᾤχετο· καὶ μόνην ἡ παλαμναία τὴν νύκτα ὑπερθεμένη τῶν ἐπιβουλῶν τῶν εἰς ἐμὲ κατήρχετο· καὶ πρῶτον μὲν οὐδὲ διανέστη τότε τῆς εὐνῆς, ἀλλ’ ἥκοντι τῷ πατρὶ καὶ τί τοῦτο πυνθανομένῳ μαλακῶς τε ἔχειν ἐσκήπτετο καὶ οὐδὲ ἀπεκρίνατο τὴν πρώτην. Ὡς δὲ ἐνέκειτο καὶ τί πεπόνθοι πολλάκις ἀνηρώτα, ὁ θαυμαστός φησι καὶ  εἰς ἐμὲ  νεανίας, ὁ κοινὸς ἡμῶν παῖς ὃν ἐγὼ πλέον καὶ σοῦ πολλάκις ἠγάπησα (καὶ μάρτυρες οἱ θεοί), κύειν με πρός τινων αἰσθόμενος, ὃ δὴ σὲ τέως ἔκρυπτον, ἕως ἂν τὸ ἀσφαλὲς γνοίην, τὴν σὴν ἀπουσίαν ἐπιτηρήσας ταῦτα δὴ τὰ εἰωθότα παραινοῦσαν καὶ σωφρονεῖν παρακελευομένην μηδὲ πρὸς ἑταίραις ἔχειν τὸν νοῦν καὶ μέθαις (οὐ γάρ με ἐλάνθανεν οὕτως ἔχων, σοὶ δὲ οὐκ ἔφραζον μή τινα λάβοιμι μητρυιᾶς ὑπόνοιαν), ταῦτα λέγουσαν μόνην πρὸς μόνον τοῦ μὴ ἐρυθριᾶν αὐτὸν ἕνεκεν, τὰ μὲν οὖν ἄλλα ὅσα περὶ σέ τε κἀμὲ περιύβρισεν αἰσχύνομαι λέγειν, λὰξ δὲ κατὰ τῆς γαστρὸς ἐναλάμενος οὕτως ἔχειν ὡς ὁρᾷς διέθηκε.


Fuit mihi pater Aristippus, genere Atheniensis, ex senatu superiori, fortunis cuivis mediocrium civium par. Is , cum accidisset, ut mea mater e vita discederet, ad secundas nuptias animum adjecit; nolens, quum me unum filium haberet, incerta spe vivere. Introducit itaque in aedes mulierculam urbanam quidem sed inveteratae malitiae, no­mine Demaenetam. Ut primum enim ingressa est totum in suam potestatem redigere conabatur et ad id quod ipsa vellet faciendum adducebat, forma senem alliciens et aliis in rebus ambitiose observans; nam si ulla alia mulier, maxime poterat furibundum sui desiderium excitare et artem alliciendi, exactius, quam credibile est, noverat, tum egressibus patris mei ingemiscens et ad ingressus accurrens et tardius venientem accusans, quod videlicet periisset si paullulum commoratus fuisset, et amplectens post singula verba, denique lacrimas addens osculis. Quibus omnibus pater irretitus, totam illam spirabat et contuebatur. Illa vero et me primum non secus, ac si suus essem filius, in oculis ferre simulabat, hoc etiam sibi Aristippum devinciens et interdum osculata est accedens et subinde, ut mecum se oblectare posset, optavit. Quod ego admittebam, nihil eorum, quae suberant, suspicans; admirans autem, quod maternum erga me declararet affectum. Cum vero petulantius accederet et calidiora essent oscula quam decebat et adspectus modestiam excederet, in suspicionem jam apud me illam multa adducebant, et subterfugiebam et adblandientem repellebam. Omitto alia , quae molestum esset prolixius commemorare, quibus rationibus me adorta sit, quas pollicitationes proposuerit; nunc pusionem, nunc suavissimum appellans et rursus heredem et paullo post animam suam cognominans, denique pulchra nomina illecebris admiscens et quibus potissimum rebus caperer considerans; ita ut in gravioribus negotiis simularet matris habitum, in ludicris autem amare se manifeste declararet.
Ad extremum tale quiddam accidit. Cum Panathenaea magna celebrarentur, quando navem Athenienses Palladi terra mittunt, (nondum autem tum excesseram ex ephebis), postquam cecini usitatum paeanem deae, et legi­timo ritu et pompa prosecutus sum, quemadmodum eram amictus, una cum chlamyde et coronis redeo domum. Illa vero cum primum adspexit, animo exsternata non amplius astu amorem texit sed prae mera cupiditate accurrit et amplexa, Juvenis Hippolytus, Theseus meus, dicebat. Quo animo vero tum me fuisse putatis, quem et nunc narrare pudeat? Vesperi pater in Prytaneo coenabat: et quemadmodum in ejusmodi conventu et publico convivio ibi­dem pernoctaturus erat. Illa autem de improviso venit ad me noctu et conata est contra fas quidpiam assequi. Sed cum prorsus resisterem, et omnibus blanditiis, pollicitationibus et minis repugnarem, graviter et ab imo pectore ingemiscens abiit, et una tantum nocte interposita, insidias mihi struere scelerata coepit. Ac primum quidem e lecto non surrexit, sed venienti patri et quid esset rei percunctanti infirma se esse valetudine simulabat et primo nihil respondebat. Cum vero instaret et quid illi accidisset saepius quaereret: Bonus ille, inquibat, adolescens, commu­nis noster filius, quem ego, deos contestor, plus etiam quam tu dilexi, cum me gravidam esse quibusdam ex re­bus sensisset, quod ego te tamdiu celavi quoad aliquid certi scire possem, et absentiam tuam observasset, dum illum solito more moneo et ad temperantiam adhortor, neve scortis et ebrietati animum dederet, oro (neque enim me id latebat: tibi vero non dicebam, ne in aliquam novercae suspicionem venirem), de his, inquam, dum colloquor sola cum solo, ne erubesceret: alia quidem pudet dicere, quibus me et te contumelia affecit; calce autem in uterum mihi insiliens, ut ita valeam, quemadmodum vides, effecit.


Την μετάφραση της Αλόης Σιδέρη στα Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου μπορείτε να την βρείτε στο δίκτυο σε pdf. Η λατινική απόδοση που παραθέσαμε προέρχεται από τον τόμο Erotici scriptores, έκδοση του G. A. Hirschig στον Didot.


Ο Αστερίξ στα λατινικά



ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Ποιος μπαγάσας το θυμήθηκε; Στην περιπέτεια του Αστερίξ που κυκλοφόρησε το 2017 με τίτλο ο «Αστερίξ και ο υπεριταλικός» αντίπαλος των Γαλατών στον αγώνα αρμάτων ήταν κάποιος μυστηριώδης Ρωμαίος αρματηλάτης που ονομαζόταν Coronavirus. Όχι μόνο αυτό, αλλά φορούσε, μέχρι την τελική του αποκάλυψη, μάσκα, ενώ ο συνοδηγός του λεγόταν Βάκιλλος!


Μας δίνεται έτσι η ευκαιρία να αναφερθούμε στις λατινικές μεταφράσεις του δημοφιλούς κόμικ. Θυμάμαι, όταν μικρός διάβαζα τα τεύχη του Αστερίξ στην παλιά έκδοση του Ψαρόπουλου, με είχε εντυπωσιάσει το εξής. Σε μία από τις πρώτες σελίδες του τεύχους αναφερόταν σε ποιες χώρες κυκλοφορούσαν τα τεύχη του Αστερίξ. Μεταξύ των χωρών υπήρχε η Ρωμαική (sic) Αυτοκρατορία και μια παρένθεση μας πληροφορούσε ότι η γλώσσα των τευχών που κυκλοφορούσαν σε αυτήν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν η λατινική! Τότε βέβαια ούτε καν μπορούσα να φανταστώ ότι θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να βάλω χέρι σ’ αυτά τα τεύχη…


Από τα 38 τεύχη με περιπέτειες του Αστερίξ τα 26 έχουν μεταφραστεί στα λατινικά. Στο δίκτυο κυκλοφορούσε από παλιά σε pdf η περιπέτεια Asterix Gallus. Πριν από δύο περίπου χρόνια κάποιος καλός άνθρωπος διέθεσε άλλα 15 τεύχη. Έτσι, εκτός αν μας διαφεύγει κάποιο, την στιγμή αυτήν βρίσκονται στο δίκτυο σε pdf 16 ολοκληρωμένα τεύχη σε λατινική μετάφραση, τα ακόλουθα:
  
Asterix legionarius
Asterix gallus
Asterix apud Britannos
Asterix apud Gothos
Asterix apud Helvetios
Asterix et Cleopatra
Asterix gladiator
Asterix in Hispania
Asterix Olympius
Caelum in caput eius cadit
Clipeus arvernus
Falx aurea
Fossa alta
Iter gallicum
Navia actuaria Obeligis
Odyssea Asterigis


Όπως αναφέραμε και σε προγενέστερη ανάρτηση τέσσερα τεύχη του Αστερίξ έχουν μεταφραστεί στα αρχαία ελληνικά. Και τα τέσσερα υπάρχουν στο δίκτυο. Τρία από αυτά μπορείτε να τα βρείτε στο εξαιρετικό forum https://arxeiokomikgr.boards.net/


Όσο για τον κορωνοϊό και τον εγκλεισμό που επέβαλε, ας θυμηθούμε κάποια ρήση του Άμος Οζ: «Οι χειρότερες τραγωδίες που έχουν συμβεί σε ανθρώπους προέρχονται από την αδυναμία τους να μείνουν για λίγο μόνοι σε ένα δωμάτιο, χωρίς αυτό να τους ταράζει».

Πολίν Ρεάζ, Η ιστορία της Ο



ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΕΝΗ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ      

Δεν έφτανε που τότε πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα! Ήταν κι η Κυριακή κλειστή! Έπρεπε να παρακολουθούμε το Κατηχητικό. Ο δάσκαλος στο σχολείο μας φοβέριζε ότι έπαιρνε το παρουσιολόγιο του Κατηχητικού απ’ ευθείας απ’ τον παπά και θα τιμωρούνταν όσοι παρέλειψαν να κατηχηθούν. Το ίδιο το Κατηχητικό δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Γινόταν πολύ περισσότερη φασαρία απ’ ό,τι στην σχολική αίθουσα, ο κατηχητής ήταν αγαθός ιερέας. Αυτό που με άγχωνε ήταν μην καθυστερήσω στον κινηματογράφο.
Τον συνοικιακό μας κινηματογράφο τον θυμάμαι νοσταλγικά. Η μεγάλη του πλευρά βρισκόταν παράλληλα στον δρόμο όπου συνήθιζε ο κόσμος να βολτάρει. Από τις πιο έντονες εικόνες της παιδικής μου ηλικίας ήταν οι τεράστιες πάνινες αφίσες που κάλυπταν την πλευρά του απ’ άκρη σ’ άκρη. Μία από αυτές μου έμεινε στο μυαλό. Εικόνιζε Ναζί αξιωματικό να κρατά μαστίγιο και πεσμένη στα πόδια του σε στάση ικετευτική μια ημίγυμνη καλλονή. Εκ των υστέρων υποψιάζομαι πως θα ρεκλάμαρε κάποια από τις ιταλιάνικες Nazisploitation ταινίες που ακόμη τις κάνω τρελό χάζι.


Αργότερα, η διάδοση της τηλεόρασης πλήγωσε τον κινηματογράφο. Οι εντυπωσιακές πάνινες αφίσες αρχικά μειώθηκαν μετά εξαφανίστηκαν και, ενώ παλαιότερα προβάλλονταν και ταινίες που μπορούσε να παρακολουθήσει όλη η οικογένεια (θυμάμαι σε μια τέτοια οικογενειακή επίσκεψη πόσο με εντυπωσίασε σκηνή στην οποία ένα αμάξι τσακιζόταν σε γκρεμό), πλέον παίζονταν μόνο σπαγκέτι γουέστερν και τσόντες. Οι μεγάλοι τώρα δυσανασχετούσαν, όταν μας έβλεπαν να χαζεύουμε τις γυάλινες προθήκες που στο εσωτερικό τους υπήρχαν φωτογραφικά στιγμιότυπα των ταινιών. Εμείς δικαιολογούμασταν ότι κοιτάζαμε τις ταινίες δράσης με τον Φράνκο Νέρο (επειδή τα ονόματα των πρωταγωνιστών γράφονταν με κεφαλαία, όλοι οι πιτσιρικάδες τον γνωρίζαμε ως Φράνκο Νερό), αλλά τα μάτια καρφώνονταν στις γυμνές των ερωτικών ταινιών με τα χαρακτηριστικά αστεράκια στα επίμαχα σημεία. Ο κινηματογράφος μας έγινε τόπος όπου σύχναζαν «αλήτες». Οι θαμώνες των κοντινών καφενείων κουνούσαν επιτιμητικά τα κεφάλια, εμείς πάλι ζηλεύαμε τους «αλήτες», που ήταν ηλικίας, ώστε να τους επιτρέπεται η είσοδος σε προβολές με ενδιαφέροντες τίτλους, όπως «Με την θεία δεν είναι αμαρτία». Αυτά γίνονταν καθημερινές.


Την Κυριακή ο κινηματογράφος ήταν δικός μας, των παιδιών. Οι προθήκες γέμιζαν φωτογραφίες από ταινίες καράτε και τον ήρωά μας, τον Γκοτζίλα. Τα παιδάκια συγκεντρώνονταν νωρίς, πριν ακόμη ανοίξει ο σινεμάς. Δεν ήταν χαλαρή συγκέντρωση, ήταν συνωστισμός, αφού οι σπόροι πάσχιζαν με την είσοδό τους να καβαντζώσουν κάποια από τις μπροστινές «καλές» θέσεις. Το πρόβλημα ήταν πως ο κινηματογράφος ξεκλείδωνε ανάλογα με το πότε ξυπνούσαν οι ιδιοκτήτες του. Ήταν ένα ζευγάρι που έφτανε με κόκκινο σπορ αμάξι, η γυναίκα πάντα με πουτανίστικο ντύσιμο. Πότε φτάνανε το καταλάβαιναν όλοι οι γείτονες σε ακτίνα τουλάχιστον πεντακοσίων μέτρων, αφού ο ερχομός τους πυροδοτούσε αλαλαγμούς. Όλη η βαρεμάρα της αναμονής ξεσπούσε κι οι πιτσιρίκοι ξελαρυγγίζονταν λες κι ήταν κανίβαλοι που βρήκαν θύμα να ξεσκίσουν. Τις περισσότερες φορές το ζευγάρι ερχόταν καθυστερημένο, άλλοτε μισή, άλλοτε μία ώρα. Ευτυχώς για κάποιους από εμάς που πηγαίναμε Κατηχητικό. Με το σχόλασμα φεύγαμε σφαίρα και σχεδόν πάντα προλαβαίναμε την έναρξη της ταινίας.
Από τον βραχνά μην τυχόν καθυστερήσω με γλίτωσε μια παρέα κοριτσιών. Ήταν κατηχητικάνες, που είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Κάθε ομάδα καθισμένη σε ένα παγκάκι. Το ένα παγκάκι ήταν η Ιερουσαλήμ, το άλλο η Ιεριχώ. Ανάμεσα στεκόταν μια κοπέλα που έδινε το παράγγελμα. Όταν φώναζε «Ιεριχώ», η ευγενής άμιλλα (ή μήπως ο φόβος Θεού, που όλα τα βλέπει) όριζε να ορθώνονται οι κοπέλες της Ιεριχώς σαν να τις είχε τινάξει ελατήριο. Αν κάποια καθυστερούσε, ζημίωνε με ποινή την ομάδα της. Αν ξεγελιόταν κάποια της Ιερουσαλήμ και σηκωνόταν, το ίδιο. Οι κοπέλες αυτές πιθανότατα φοιτούσαν στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Στα παιδικά μου μάτια όμως φάνταζαν κοτζαμάν γαϊδούρες. Να τις βλέπω να παίζουν τέτοιο γελοιωδέστατο παιχνίδι, με αηδίασε. Έταξα στον εαυτό μου πως δεν θα ξαναπατούσα πόδι στο Κατηχητικό, κι ας μου ’κανε ό,τι ήθελε ο δάσκαλος. Στο κάτω κάτω στο ξύλο ήμουν συνηθισμένος. Από την ιστορική εκείνη ημέρα κι έπειτα κατόρθωσα κι εγώ να στριμώχνομαι στην είσοδο του κινηματογράφου, για να διεκδικώ κάποια από τις «καλές» θέσεις. Η αηδία μου για το παιχνίδι «Ιερουσαλήμ – Ιεριχώ» ήταν σίγουρα αφορμή, αλλά μπορεί να μην την ένιωθα τόσο έντονη, αν δεν με περίμενε στον σινεμά ο Γκοτζίλα. Έχω επομένως κάθε δικαίωμα να πιστεύω ότι ο Γκοτζίλα με γλίτωσε απ’ το Κατηχητικό! Πώς να μην τον λατρεύω; Κι αν το ξεχειλώσουμε, ο Γκοτζίλα μπορεί, χωρίς να το ξέρω, να μου έσωσε την ζωή ή να μου την σώσει στο μέλλον. Για να εξηγηθώ: αν συνέχιζα το Κατηχητικό, μπορεί να πίστευα ότι δεν μεταδίδονται ασθένειες μέσω της θείας κοινωνίας…


Τα πιο έντονα συναισθήματα μου προκάλεσε η ταινία «Γκοτζίλα εναντίον Μηχανογκοτζίλα» (Gojira tai Mechagojira). Σε αυτήν ο Γκοτζίλα τα παραβρήκε στην μάχη εναντίον του ρομποτικού αντιπάλου του. Πληγωνόταν ο δύστυχος, κι εμείς απ’ την αγωνία ξεχνούσαμε ν’ ανασάνουμε. Σαν να βλέπω τώρα εμπρός μου ένα μελαχρινό, ξερακιανό αγοράκι να ’χει σκαρφαλώσει στην καρέκλα του και να ουρλιάζει συμβουλές στον λαβωμένο Γκοτζίλα: «Ρίξε φωτιά! Ρίξε φωτιά!». Και στην σκηνή που νομίσαμε πως ο Γκοτζίλα είχε πεθάνει, τότε βρήκε ο σαδιστής μηχανικός προβολής, που δεν ήταν άλλος απ’ τον ιδιοκτήτη, να ρίξει διάλειμμα, δηλαδή να σταματήσει την μηχανή και να κατέβει στο κυλικείο, να βοηθήσει την πορνόμορφη σύντροφό του στην πώληση χοτ ντογκ. Εκεί γινόταν το δεύτερο στριμωξίδι της ημέρας. Όχι ότι υπήρχε φόβος να μείνεις δίχως φαγητό. Το διάλειμμα τελείωνε, όταν εξυπηρετούμασταν όλοι οι μπόμπιρες, ποτέ μα ποτέ νωρίτερα. Αλλά όσο πιο γρήγορα έπαιρνες κι έτρωγες το χοτ ντογκ και ίσως το κοκ, τόσο περισσότερο χρόνο είχες να δοκιμάσεις στον ελεύθερο χώρο μεταξύ της οθόνης και των καθισμάτων τις φιγούρες του Μπρους Λι και του Σόνι Τσίμπα. Γυρνούσαμε σπίτι με μελανιές, γιατί σε φίλους τεστάραμε πόσο αποτελεσματικά ήταν τα κλοτσομπούνια μας, αλλά κατευχαριστημένοι που παίξαμε καράτε, όπως τα είδωλά μας. Εκείνη τη μέρα όμως το διάλειμμα ήταν κηδεία!
Εννοείται πως ο Γκοτζίλα επέζησε, και στην ταινία και μέσα μου. Ακόμη βλέπω ευχάριστα την ταινία εκείνη που με συντάραξε μικρό, και το ριμέικ της του 2002, και τις υπόλοιπες παλιές ταινίες του Γκοτζίλα. Κι αν πλέον είμαι σε θέση να καταλαβαίνω πόσο αφελείς είναι οι ταινίες αυτές, ο Γκοτζίλα δεν σταματά να με εκπλήσσει. Μπορεί οι Αμερικανοί να αποτυγχάνουν παταγωδώς να δημιουργήσουν αξιοπρεπή ταινία με τον Γκοτζίλα, αλλά ευτυχώς υπάρχουν οι θεοπάλαβοι Ιάπωνες, ο λαός που λες και καταπιέζει την μούρλα του σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες, ώστε να την διοχετεύσει με τόσο εξωπραγματική ένταση στην τέχνη. Η ταινία Shin Gojira του 2016 είναι καταπληκτική.


Στις προθήκες αυτού του συνοικιακού κινηματογράφου είδα φωτογραφίες από την ταινία «Η ιστορία της Ο». Εμείς τότε την διαβάζαμε ως «Ιστορία της Μηδέν» (δεν ήταν μόνο ο Φράνκο Νέρο που δεινοπάθησε στα άσχετα παιδικά στοματάκια μας). Δεν γνώριζα τότε ότι ήταν εμπνευσμένη από το ομώνυμο βιβλίο, το οποίο έπεσε στα χέρια μου κάποια χρόνια μετά, εντελώς τυχαία. Ήταν μια πανάθλια έκδοση με εξίσου πανάθλιο, σχεδόν ακατανόητο, κείμενο, που δεν μου έκανε αίσθηση. Αργότερα διάβασα πως το βιβλίο αυτό θεωρείτο εμβληματικό κείμενο της ερωτικής λογοτεχνίας, έργο που τάραξε τα ήθη της γαλλικής κοινωνίας. Το ξαναδιάβασα σε αγγλική μετάφραση, αλλά και πάλι δεν εντυπωσιάστηκα. Προς τι η υστερία;   


Ο Ζαν Πολάν στην εισαγωγή του βιβλίου, έχοντας υπόψη την Ιουστίνη του μαρκησίου ντε Σαντ, αναφέρει: «Λιγοστοί είναι οι άνδρες που δεν ονειρεύτηκαν να έχουν μια Ζυστίν. Αλλά, εξ όσων γνωρίζω, καμία γυναίκα δεν έχει ακόμη ονειρευτεί να είναι η Ζυστίν». Το μεγάλο πατιρντί έγινε, λοιπόν, επειδή «Η ιστορία της Ο» γράφτηκε υποτίθεται όχι από άντρα (αυτό θεωρείτο φυσιολογικό), αλλά από γυναίκα. Πώς ήταν δυνατόν γυναίκα πράμα να συγγράψει μυθιστόρημα στο οποίο η ηρωίδα αντλεί ευχαρίστηση μέσα στην υποδούλωσή της και τον σεξουαλικό της εξευτελισμό; Και ποια ήταν αυτή η Πωλίν Ρεάζ που το έγραψε;
Επρόκειτο για εμπορικό κόλπο; Πιθανότατα όχι, αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Γαλλία την εποχή της έκδοσης του βιβλίου, το 1954. Αν και υπήρχε μακρά παράδοση στην παράνομη διακίνηση πορνογραφημάτων, ορισμένοι εκδότες αισθάνονταν πως είχε ωριμάσει ο καιρός, ώστε να εκδίδουν ερωτική λογοτεχνία νόμιμα. Είχαν δίκαιο εν μέρει, αλλά οι πουριτανοί αντέδρασαν με δίκες, πρόστιμα, απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Να εκδίδεις ερωτική λογοτεχνία την εποχή εκείνη δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο εμβληματικός εκδότης Jean - Jacques Pauvert είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει, όταν στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα εξέδωσε έργα του μαρκησίου ντε Σαντ. Ο ίδιος εξέδωσε την «Ιστορία της Ο».    
Ήταν όμως γυναίκα ο δημιουργός; Ο φιλόσοφος και ιστορικός της ερωτικής λογοτεχνίας Sarane Alexandrian, που ήταν σύγχρονος και φίλος του Πολάν, αποδίδει με σιγουριά το έργο σ’ αυτόν. Προσθέτει όμως αινιγματικά ότι ο Πολάν συνεργάστηκε με μια «γυναίκα, κριτικό λογοτεχνίας, η οποία είχε μια διόλου αμελητέα συνεισφορά, στο μυθιστόρημα αυτό σε φιλολογικά θέματα». Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του έργου, το 1994, η Αν Ντεκλό δήλωσε πως αυτή ήταν η συγγραφέας του έργου. Ο Πολάν ήταν δεκαετίες ήδη νεκρός, οπότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι γνώμη θα είχε γι’ αυτήν την αποκάλυψη. Και γιατί η αποκάλυψη άργησε τόσο; Κατά τα λεγόμενα της, η Ντεκλό, περίμενε δύο πράγματα: να πεθάνουν οι γονείς της και να γεράσει η ίδια. Θεωρούσε πως προκαλεί σκάνδαλο να ξέρεις ότι υπάρχει μια γυναίκα που γράφει βιβλία σαν την «Ιστορία της Ο», αλλά, αν πρόκειται για γριά με το ένα πόδι στον τάφο, το καταπίνεις.
Πάντα σύμφωνα με την ίδια, η συγγραφή της Ο ξεκίνησε σαν πρόκληση. Ο Πολάν και η Ντεκλό ήταν συνεργάτες στον Γκαλιμάρ και εραστές. Ο Πολάν, μεγάλος θαυμαστής του ντε Σαντ, ισχυριζόταν ότι γυναίκα δεν θα μπορούσε να συγγράψει ερωτικό βιβλίο. Τι ακριβώς εννοούσε ο Πολάν λέγοντας «ερωτικό βιβλίο»; Γεγονός είναι ότι η Ντεκλό προσπάθησε να τον διαψεύσει. Λέει πως συνέγραψε την «Ιστορία της Ο», για να χαρίσει στον Πολάν ένα βιβλίο σαν αυτά που του άρεσαν. Η ίδια πιστεύει πως είναι ανοησία να ισχυρίζεσαι ότι οι γυναίκες είναι πιο ηθικές από τους άντρες. Κατά την γνώμη της είναι πιο ανήθικες. Άρα μπορούν κάλλιστα να συγγράψουν ερωτικά βιβλία.
Η ίδια τα κατάφερε; Και ναι και όχι. Η «Ιστορία της Ο» είναι ερωτικό βιβλίο, αλλά δεν είναι πορνογράφημα. Αν ο Πολάν υπονοούσε ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να συγγράψουν πορνογραφήματα, τότε η «Ιστορία της Ο» δεν τον βγάζει ψεύτη. Αλλά, για να έχει νόημα η συζήτηση, θα πρέπει να ορίσουμε τι ακριβώς είναι η πορνογραφία, πράγμα δύσκολο. Κατά την άποψή μας «Η ιστορία της Ο» είναι μέτριο έργο και όχι προκλητικό. Τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε είναι τα πιο πικάντικα του βιβλίου, το οποίο επικεντρώνεται στην ψυχογραφία της ηρωίδας, τόσο ταπεινής και πειθήνιας, που ούτε τ’ όνομά της δεν μαθαίνουμε. Την γνωρίζουμε μόνο ως «Ο», γράμμα που έχει επικίνδυνη ομοιότητα με το μηδέν. Λέτε να είχαμε δίκιο οι πιτσιρικάδες που διαβάζαμε τον τίτλο «Ιστορία της Μηδέν»; 

Τότε σήκωσαν την Ο, και ετοιμάζονταν να τη λύσουν, για να την ξαναδέσουν σίγουρα σε έναν στύλο ή στον τοίχο, όταν κάποιος διαμαρτυρήθηκε, επειδή ήθελε πρώτα να την πάρει, επιτόπου μάλιστα - έτσι την ξανάβαλαν γονατιστή, αλλά τούτη τη φορά ακούμπησαν το μπούστο της σε ένα πουφ, με τα χέρια πάντα δεμένα πισθάγκωνα και τους γλουτούς ψηλότερα απ’ το πανωκόρμι της, κι ένας από τους παρευρισκομένους, κρατώντας τη με τα δυο του χέρια απ’ τους γοφούς, καρφώθηκε στο αιδοίο της. Παραχώρησε τη θέση του σε έναν δεύτερο. Ο τρίτος θέλησε να διαπεράσει τη στενότερη δίοδο και η βιαιότητα της διείσδυσής του την έκανε να ουρλιάξει. Όταν τελείωσε μαζί της, εν μέσω βογκητών και δακρύων που κηλίδωναν την κορδέλα που κάλυπτε τα μάτια της, η Ο σωριάστηκε καταγής: δυο γόνατα ένιωσε να πλησιάζουν το πρόσωπο της, σημάδι ότι το στόμα της δεν θα γλίτωνε.


[…]
Ήθελαν ν’ ακούσουν τα ουρλιαχτά της Ο, το ταχύτερο μάλιστα. Η περηφάνια που της υπαγόρευε να αντισταθεί και να σωπάσει δεν κράτησε πολύ: την άκουσαν να ικετεύει να τη λύσουν, να σταματήσουν για μια στιγμή, μία και μόνη. Στριφογυρνούσε με τέτοια παραφορά για να γλιτώσει απ’ τον οξύ πόνο των λουριών, που σχεδόν στροβιλιζόταν γύρω απ’ το κορμί της μπροστά στον στύλο, γιατί η αλυσίδα που την κρατούσε, αν και σταθερή, ήταν μακριά και, μολονότι γερή, ήταν κάπως χαλαρή. Έτσι, το υπογάστριο και το μπροστινό μέρος των μηρών, καθώς και το πλαϊνό, δέχονταν σχεδόν τα ίδια χτυπήματα με τους γλουτούς. Μετά από μια ολιγόλεπτη παύση, σκέφτηκαν να συνεχίσουν αφού τη δέσουν πρώτα πάνω στον στύλο περνώντας ένα σκοινί γύρω απ’ τη μέση της. Καθώς την έσφιξαν πολύ, για να στερεώσουν γερά το σώμα της, ο κορμός έγειρε αναγκαστικά κάπως στο πλάι, κάνοντας έτσι τον γλουτό της άλλης μεριάς να προεξέχει εμφανώς. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τα χτυπήματα δεν παρεκτρέπονταν σπιθαμή, παρά μόνο σκόπιμα. Δεδομένου του τρόπου με τον οποίο την είχε παραδώσει ο εραστής της, η Ο κατάλαβε ότι το να επικαλεστεί τον οίκτο του σίγουρα θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να επιτείνει την ωμότητα, καθώς εκείνος απολάμβανε σφόδρα αυτές τις αδιάσειστες μαρτυρίες της εξουσίας του, τις οποίες αποσπούσε ο ίδιος ή έβαζε άλλους να το κάνουν. Και πράγματι, αυτός πρώτος παρατήρησε ότι το πέτσινο μαστίγιο, κάτω απ’ τα χτυπήματα του οποίου είχε στενάξει η Ο, τη σημάδευε πολύ λιγότερο (κάτι που πέτυχαν σχεδόν αμέσως με τα βρεγμένα σκοινιά του βούρδουλα και στo πρώτο χτύπημα με το καμτσίκι, καταφέρνοντας έτσι να παρατείνουν τον πόνο και να ξαναρχίζουν σχεδόν αμέσως μόλις τους ερχόταν η επιθυμία). Ζήτησε λοιπόν να μην ξαναχρησιμοποιήσουν το πέτσινο μαστίγιο. Στο μεταξύ, εκείνος από τους τέσσερις στον οποίο δεν πολυάρεσαν οι γυναίκες παρά μόνο σε ό,τι κοινό έχουν με τους άνδρες, μαγεμένος από τούτο τον προσφερόμενο γλουτό ο οποίος τεντωνόταν απ’ το σχοινί που περιέβαλλε τη μέση και τεντωνόταν περισσότερο στην προσπάθειά του να ξεφύγει, ζήτησε μια ανάπαυλα για να επωφεληθεί, απομάκρυνε τα δύο οπίσθια που έκαιγαν κάτω απ’ τα χέρια του και διείσδυσε με αρκετό ζόρι, σχολιάζοντας ότι η συγκεκριμένη δίοδος θα έπρεπε να γίνει πιο εύχρηστη. Οι άλλοι τον διαβεβαίωσαν πως αυτό ήταν εφικτό και πως θα έβρισκαν τον κατάλληλο τρόπο.


[…]
Καθόταν στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα μαξιλάρι κοντά στο καλάθι με τα ξύλα, η Ζαν και η Μονίκ κάθονταν κι αυτές στο πάτωμα, αντίκρυ της. Οι φούστες τους, έτσι απλωμένες, έπεφτε η μία πάνω στην άλλη και δεν τις ξεχώριζες. Της Μονίκ ήταν σκουροκόκκινη. Αίφνης, μετά από καμιά ώρα, το ξανθό αγόρι φώναξε τη Ζαν κι έπειτα τη Μονίκ. Τους είπε να φέρουν το πουφ (εκείνο που πάνω του είχαν ρίξει μπρούμυτα την Ο το προηγούμενο βράδυ). Η Μονίκ δεν περίμενε άλλες προσταγές, γονάτισε, έσκυψε, το στήθος της ζουλήχτηκε πάνω στη γούνα, και γραπώθηκε γερά από τις δυο πλευρές του πουφ. Όταν το αγόρι ζήτησε από τη Ζαν να της σηκώσει την κόκκινη φούστα, η Μονίκ μήτε που σάλεψε. Κατόπιν, πρόσταξε τη Ζαν, με τα πιο πρόστυχα λόγια, να ξεκουμπώσει το παντελόνι του και να κρατήσει ανάμεσα στα χέρια της αυτό το σάρκινο σπαθί που τόσο βάναυσα, τουλάχιστον μια φορά, είχε διαπεράσει την Ο. Φούσκωσε και σκλήρυνε μες στη σφιγμένη παλάμη, και η Ο είδε τούτα τα ίδια χέρια, τα λεπτοφτιαγμένα χέρια της Ζαν, να ανοίγουν τους γλουτούς της Μονίκ, μες στην κοιλότητα των οποίων χώθηκε, αργά αργά, το αγόρι, με απαλά τινάγματα που έκαναν τη Μονίκ να βογκάει. Ο άλλος άνδρας, που κοιτούσε αμίλητος, έγνεψε με το δάχτυλο στην Ο να πλησιάσει και, χωρίς να περισπάσει την προσοχή του, αφού την ανάγκασε να σκύψει, ακουμπώντας στο μπράτσο της πολυθρόνας του -καθώς η σηκωμένη της φούστα τού πρόσφερε όλη την έκταση των γλουτών της-, έχωσε το χέρι του μες στο αιδοίο της. Σ’ αυτή τη στάση τη βρήκε, ένα λεπτό αργότερα, ο Ρενέ, όταν άνοιξε την πόρτα. «Μην ενοχλείστε, σας παρακαλώ» είπε και κάθισε κατάχαμα, στο μαξιλάρι στην άκρη του τζακιού όπου καθόταν η Ο προτού τη φωνάξουν. Την κοιτούσε επίμονα και χαμογελούσε κάθε φορά που το αντρικό χέρι έμπαινε, ανασκάλευε και ξανάβγαινε από μέσα της, κάθε φορά όλο και πιο βαθιά μες στο αιδοίο και στον πρωκτό της, που άνοιγαν όλο και περισσότερο, κάνοντας τα βογκητά της να ακούγονται ασυγκράτητα. Η Μονίκ είχε σηκωθεί εδώ και ώρα, η Ζαν συνδαύλιζε τη φωτιά στη θέση της Ο· έφερε στον Ρενέ, που της φίλησε το χέρι, ένα ποτήρι ουίσκι, εκείνος το ήπιε χωρίς ν’ αφήσει από τα μάτια του την Ο. Και τότε ο άνδρας, που δεν είχε βγάλει το χέρι του από μέσα της, είπε: «Δική σας είναι;». «Ναι» απάντησε ο Ρενέ. «Δίκιο έχει ο Ζακ» συνέχισε ο άλλος «είναι πολύ στενή, πρέπει να την ανοίξουμε». «Όχι όμως πάρα πολύ» είπε ο Ζακ. «Όπως θέλετε» αποκρίθηκε ο Ρενέ καθώς σηκωνόταν «εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα». Και χτύπησε το κουδούνι.


Έκτοτε, για οχτώ συνεχόμενες μέρες, μεταξύ σούρουπου όπου τέλειωνε την υπηρεσία της στη βιβλιοθήκη και νύχτας, στις οχτώ ή στις δέκα συνήθως, όταν την ξανάφερναν εκεί -όποτε την ξανάφερναν- αλυσοδεμένη και γυμνή μες στην κόκκινη κάπα της, η Ο είχε σφηνωμένο ανάμεσα στους γλουτούς της ένα ματσούκι από εβονίτη σε σχήμα ορθωμένου φαλλού, το οποίο κρατιόταν από τρεις λεπτές αλυσίδες πιασμένες από μια δερμάτινη ζώνη γύρω απ’ τους γοφούς, κατά τρόπο που δεν μπορούσε να βγει με την εσωτερική κίνηση των μυών. Η μία αλυσίδα ακολουθούσε τη σχισμή των γλουτών, οι άλλες δύο την πτυχή των μηρών εκατέρωθεν του τριγώνου του αιδοίου, για να μην εμποδίζουν τη διείσδυση, οσάκις απαιτείτο. Όταν ο Ρενέ χτύπησε το κουδούνι, ζήτησε και του έφεραν αμέσως μια κασέλα, η οποία, σε μια θήκη, περιείχε μια συλλογή από ζώνες και λεπτές αλυσίδες και, σε μια άλλη, διάφορα ματσούκια, από τα πιο λεπτά ως τα πιο χοντρά. Όλα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: ήταν φαρδύτερα στη βάση ώστε να μη γλιστρούν στο εσωτερικό του σώματος, οπότε υπήρχε η πιθανότητα να ξανασφίξει ο σάρκινος δακτύλιος που έπρεπε να παραβιάσουν και να χαλαρώσουν. Έτσι, η Ο διανοιγόταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο, γιατί κάθε μέρα ο Ζακ διάλεγε ένα όλο και πιο χοντρό και την ανάγκαζε να γονατίζει, ή μάλλον να σκύβει γονατιστή, ώστε να επιβλέπει τη Ζαν ή τη Μονίκ, ή όποια άλλη βρισκόταν εκεί, την ώρα που έχωναν όπως έπρεπε το ματσούκι που ο ίδιος είχε επιλέξει. Στο δείπνο, που οι κοπέλες έπαιρναν όλες μαζί στην ίδια τραπεζαρία, πάντα μετά το μπάνιο τους, γυμνές και φτιασιδωμένες, η Ο το φορούσε ακόμη και, λόγω των αλυσίδων και της ζώνης, όλοι το έβλεπαν. Της το έβγαζε ο Πιερ, ο υπηρέτης, και μόνον αυτός, όταν ερχόταν για να τη δέσει, είτε στον τοίχο τη νύχτα όταν δεν τη ζητούσε πια κανείς, είτε πισθάγκωνα, αν έπρεπε να την οδηγήσει ξανά στη βιβλιοθήκη. Σπάνιζαν οι νύχτες που δεν βρισκόταν κάποιος να κάνει χρήση αυτής της διόδου, η οποία πολύ γρήγορα είχε γίνει εξίσου ευπρόσιτη, μολονότι παρέμενε πιο στενή από την άλλη. Μετά από οχτώ μέρες δεν χρειαζόταν πια κανένα εξάρτημα και ο εραστής της της είπε πως ήταν ευτυχής που ήταν πια διπλά ανοιχτή και πως ο ίδιος θα φρόντιζε να το διατηρήσει έτσι. Συνάμα, την πληροφόρησε πως θα έφευγε και πως τις τελευταίες επτά ημέρες που εκείνη έπρεπε να μείνει στον πύργο, προτού έρθει να την πάρει για να επιστρέψουν μαζί στο Παρίσι, δεν θα τον έβλεπε. «Αλλά σ’ αγαπώ» πρόσθεσε «σ’ αγαπώ, μη με ξεχάσεις». Να τον ξεχάσει! Ω, μπορούσε άραγε ποτέ; Αυτός ήταν το χέρι που της έδενε τα μάτια, το μαστίγιο του Πιερ, του υπηρέτη, η αλυσίδα πάνω απ’ το κρεβάτι της, ο άγνωστος που δάγκωνε το αιδοίο της - και όλες εκείνες οι φωνές που πρόσταζαν η δική του φωνή ήταν. Θα απόκαμε; Όχι. Όφειλε να συνηθίσει τις προσβολές, αφού θα την προσέβαλλαν, να συνηθίσει τις θωπείες, αφού θα τη θώπευαν, ειδεμή το μαστίγιο, αφού θα τη μαστίγωναν. Ένας ειδεχθής κορεσμός πόνου και ηδονής, μπορεί να σκεφτόταν κάποιος, θα την έριχνε σιγά σιγά στις όχθες της απάθειας, μιας απάθειας παραπλήσιας του λήθαργου ή της υπνοβασίας. Μα συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο κορσές που την υποχρέωνε να έχει το κορμί της στητό, οι αλυσίδες που την κρατούσαν υποταγμένη, η σιωπή, το καταφύγιό της, μπορεί να συνέβαλαν σ’ αυτό, όπως άλλωστε και το διαρκές θέαμα παραδομένων όπως εκείνη κοριτσιών και, ακόμα κι όταν δεν τα χρησιμοποιούσαν, το θέαμα των συνεχώς διαθέσιμων κορμιών τους. Επιπλέον δε, το θέαμα και η συνείδηση του δικού της κορμιού. Καθημερινά και τελετουργικά, θα λέγαμε, βρομισμένη με σάλια και σπέρμα, με ιδρώτα άλλων που ανακατευόταν με τον δικό της, ένιωθε κυριολεκτικά σαν δοχείο ακαθαρσιών, ο οχετός για τον οποίο μιλάνε οι Γραφές. Κι όμως, τα μέρη του σώματος της που υφίσταντο τις περισσότερες προσβολές, που είχαν γίνει πιο ευαίσθητα, της φαίνονταν τώρα πιο όμορφα, θαρρείς και είχαν εξευγενιστεί: το στόμα της που έκλεινε πάνω σε ανώνυμα πέη, οι ρώγες του στήθους της που κάποια χέρια χαϊδολογούσαν συνεχώς και, ανάμεσα στους ορθάνοιχτους μηρούς της, οι δρόμοι που οδηγούσαν στο αιδοίο της, οδοί που διέσχιζε ένας ολόκληρος κόσμος αναζητώντας την απόλαυση. Η εκπόρνευσή της της προσέδιδε πιότερη αξιοπρέπεια, τι περίεργο! ναι, σίγουρα, για αξιοπρέπεια επρόκειτο. Τη φώτιζε, αλλά με τρόπο εσωτερικό, κι έβλεπες στο βάδισμά της την ηρεμία, στο πρόσωπο της τη γαλήνη κι εκείνο το αδιόρατο ενδόμυχο χαμόγελο που μαντεύεις στα μάτια των καλογραιών.


[…]
Η Ο δεν αμφέβαλλε ότι για τον σερ Στίβεν ήταν ένα παιχνίδι και τίποτα περισσότερο, ή μια επαλήθευση, όπως επαληθεύει κανείς την άριστη κατάσταση και την εύρυθμη λειτουργία ενός μηχανισμού. Χωρίς να σηκωθεί απ’ το μπράτσο της πολυθρόνας, ο σερ Στίβεν τής είπε να βγάλει τη φούστα της. Κάτω απ’ τα ιδρωμένα της χέρια, οι κόπιτσες γλιστρούσαν αδέξια, και χρειάστηκε να προσπαθήσει δυο φορές για να τραβήξει, κάτω απ’ τη φούστα της, το μαύρο μεταξωτό μεσοφόρι. Όταν έμεινε ολόγυμνη, τα ψηλοτάκουνα καλογυαλισμένα πέδιλά της και οι μαύρες νάιλον κάλτσες της, που ήταν γυρισμένες πάνω από τα γόνατα, τόνιζαν τις λεπτοκαμωμένες της γάμπες και τους πάλλευκους μηρούς της· ο σερ Στίβεν, που είχε σηκωθεί κι αυτός, έχωσε το χέρι του μες στο αιδοίο της και την έσπρωξε στον καναπέ. Την έβαλε να γονατίσει, με την πλάτη ακουμπισμένη στον καναπέ ώστε να στηρίζεται περισσότερο με τους ώμους παρά με τη μέση, κι άνοιξε ελαφρώς τους μηρούς της. Τα χέρια της ακουμπούσαν στους αστραγάλους της, κι έτσι το αιδοίο της ήταν μισάνοιχτο και, πάνω απ’ τα γυμνά της στήθη, το κεφάλι της έγερνε προς τα πίσω, προβάλλοντας τον λαιμό της. Δεν τολμούσε να κοιτάξει τον σερ Στίβεν καταπρόσωπο, αλλά είδε τα χέρια του να λύνουν τη ζώνη της ρόμπας του. Καθώς δρασκέλισε την Ο -πάντα γονατιστή-, την άρπαξε απ’ τον σβέρκο και χώθηκε στο στόμα της. Δεν αναζητούσε το χάδι των χειλιών της κατά μήκος του πέους του, αλλά το βάθος του λαιμού της. Την ανασκάλεψε για ώρα πολλή, και η Ο ένιωθε να διογκώνεται και να σκληραίνει μέσα της το σάρκινο φίμωτρο που την έπνιγε και του οποίου το αργό και επαναλαμβανόμενο πηγαινέλα έκανε τα δάκρυά της ν’ αναβλύζουν. Για να διεισδύσει βαθύτερα, ο σερ Στίβεν γονάτισε τελικά στον καναπέ, με τα σκέλια ανοιχτά πάνω απ’ το πρόσωπο της, και οι γλουτοί του άγγιζαν πού και πού το στήθος της Ο, η οποία ένιωθε το αιδοίο της, άχρηστο και περιφρονημένο, να την καίει. Όση ώρα κι αν το απόλαυσε μέσα της, δεν ολοκλήρωσε την ηδονή του, αλλά τραβήχτηκε σιωπηρά και σηκώθηκε χωρίς να κλείσει τη ρόμπα του. «Είστε εύκολη γυναίκα, Ο» της είπε. «Αγαπάτε τον Ρενέ, αλλά είστε εύκολη. Ο Ρενέ ξέρει άραγε ότι ορέγεστε όλους τους άνδρες που σας ποθούν, ξέρει επίσης ότι, στέλνοντάς σας στο Ρουασί ή προσφέροντάς σας σε άλλους, σας έδωσε το τέλειο άλλοθι για την έμφυτη ακολασία σας;».


[…]
Η Ο ήταν ευτυχής που ο Ρενέ έβαζε να τη μαστιγώνουν και την εκπόρνευε, επειδή η παθιασμένη της υποταγή παρείχε στον εράστε της την απόδειξη ότι του ανήκε, αλλά και επειδή ο πόνος και η ντροπή του μαστιγίου, και η προσβολή που δεχόταν από εκείνους που την εξανάγκαζαν στην ηδονή όταν την έπαιρναν αδιαφορώντας για τη δική της, της φαίνονταν ως η άφεση καθαυτή του αμαρτήματός της. Μιαρά ζευγαρώματα, χέρια που πάνω στα στήθη της ήταν αβάσταχτες προσβολές, στόματα που ρουφούσαν τα χείλη και τη γλώσσα της σαν πλαδαρές σιχαμερές βδέλλες, γλώσσες και πέη, ζώα γλοιώδη που χαϊδεύονταν στο κλειστό της στόμα, στην απελπισμένα σφιγμένη σχισμή του αιδοίου της και του πρωκτού της, την έκαναν να σκληρύνει από αγανάκτηση, τόσο που δεν κατάφερε να την κάμψει ούτε το μαστίγιο, αλλά στα οποία τελικά ενέδωσε, με βδελυγμία και απεχθή δουλικότητα. Κι αν, εντούτοις, ο σερ Στίβεν είχε δίκαιο; Αν ο εξευτελισμός της της άρεσε; Αν αυτό συνέβαινε, τότε, όσο πιο ταπεινωμένη ήταν, τόσο μεγαλύτερη ήταν η φιλευσπλαχνία του Ρενέ να θέλει να την κάνει το όργανο της ηδονής του.


Η «Ιστορία της Ο» κυκλοφόρησε σε νέα, αξιοπρεπή ελληνική μετάφραση το 2012 από τον οίκο Μεταίχμιο. Το μεγάλο ξενέρωμα αυτής της έκδοσης είναι η προσπάθεια των εκδοτών να εξαργυρώσουν την επιτυχία που γνώρισε το τσοντοβιβλίο της νοικοκυράς, οι «50 αποχρώσεις του γκρι». Συγκεκριμένα, στο εξώφυλλο διαβάζουμε «Πολλά χρόνια πριν τις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι υπήρχε η Ιστορία της Ο». Ανατρίχιασα! Αυτή έκδοση αυτή της «Ο» κυκλοφορεί στο δίκτυο σε pdf.

Οβίδιος, Ηρωίδες


NULLUS INULTUS ERIT

Οι Ηρωίδες είναι από τα πιο χαριτωμένα έργα του πολυαγαπημένου μας ποιητή Οβίδιου. Θεωρείται νεανικό έργο και αποτελείται από 21 φλογισμένες ερωτικές επιστολές. Ονομάστηκε Ηρωίδες, επειδή στην αρχική του μορφή φαίνεται να περιελάμβανε επιστολές που απηύθυναν γυναίκες της μυθολογίας (μέσα σ’ αυτές και η Σαπφώ, η οποία, όμως, θεωρείτο ποιήτρια θρύλος) στους εραστές τους. Στην τελική του μορφή το έργο περιλαμβάνει και τρία ζεύγη επιστολών όπου υπάρχει όχι μόνο επιστολή της ερωμένης, αλλά και του εραστή. Γι’ αυτό παλαιότερα η γνησιότητα των τελευταίων αυτών επιστολών αμφισβητήθηκε. Το πιο πιθανό είναι πως την πρώτη έκδοση των Ηρωίδων με αποκλειστικά γυναικείες επιστολές διαδέχτηκε επαυξημένη, όπου συμπεριλήφθηκαν και επιστολές ανδρών.
Παράπονα για εγκατάλειψη ή παραμέληση, χολή για αντίζηλες, απειλές για εκδίκηση, κατάρες και, κυρίως, πύρινη έκφραση του ερωτικού πάθους βρίσκουμε στις Ηρωίδες.
Ας ξεκινήσουμε με απόσπασμα από την επιστολή της Μήδειας στον Ιάσονα. Ως γνωστόν, η μάγισσα της Κολχίδας προδίδοντας πατρίδα και οικογένεια βοήθησε τον ήρωα στον άθλο του. Εγκατέλειψε μάλιστα τον τόπο της, για να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα. Η ανταμοιβή της; Ο Ιάσων την παράτησε, για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα. Πόσο θαυμαστά αποτυπώνει ο ποιητής τον γυναικείο ψυχισμό! Βάζει την Μήδεια μέσα στην στενοχώρια για την εγκατάλειψή της να ανησυχεί μήπως ο Ιάσων την κακολογήσει στην νέα του σύζυγο! Εντάξει να με παρατήσεις, αλλά όχι και να με θάβεις, για να χαζογελά εις βάρος μου το τσουλί! 


Αρκεί μόνο ακόμη αυτή τη στιγμή, και για να φανής αρεστός στο ανάξιο ταίρι σου, να μη φθάσης στο σημείο να με περιγράψης σ’ αυτήν με τα πιο σκοτεινά χρώματα, και να μη δείξη εκείνη γι’ αυτό θρασεία χαρά! Αλλά τι με νοιάζει; Ας γελάση, και ας πλαγιάση στην πορφύρα, θάρθη η σειρά της να κλάψη και αυτή και να λυώση από φλόγα πειο δυνατή από κείνη που άναψε στα δικά μου στήθη. Όσο η Μήδεια θα έχει στην εξουσία της το ατσάλι, τη φωτιά ή τα δηλητήρια, έχει την εκδίκησή της εξησφαλισμένη· συμφορά στους εχθρούς της. Αν οι παρακλήσεις μπορούν κάπως να συγκινήσουν την αναίσθητη καρδιά σου, άκουσε αυτά που σε παρακαλώ θερμά, ξεπέφτοντας από την υπερηφάνεια μου. Ικέτης εμπρός σου, περισσότερο παρ όσο συ έπεφτες στα γόνατά μου, δεν διστάζω να πέσω στα πόδια σου· αν για τίποτε πια δεν με λογαριάζεις, ρίξε τουλάχιστον τα μάτια στα παιδιά μας, που η μητρυιά θα τα θυσιάση. Είναι η εικόνα σου ζωντανή, και δεν τα κυττώ χωρίς να τρέχουν ποτάμι τα δάκρυά μου. Σ’ εξορκίζω στους Θεούς, στον πατέρα του φωτός, στις ευεργεσίες μου, σε τούτα τα δείγματα της τρυφερής αγάπης μας· θυμήσου εκείνο το κρεβάτι που γι’ αυτό υπέστην τόσες θυσίες· γείνε πιστός στους όρκους σου, και σώσε με. Δεν έχω καθόλου να σου ζητήσω να με προφυλάξεις από τους ίδιους κινδύνους που το χέρι μου σε προφύλαξε απ’ αυτούς. Σένα ζητώ πάλι από σένα τον ίδιο, σένα, που φάνηκα αντάξιά σου, και που είχες γείνη δικός μου· σένα, επί τέλους που έγεινες πατέρας τούτων των δυο παιδιών. Αν θέλης να μάθης, πού, και ποια είναι η προίκα μου, είναι τούτο το δέρας που, αν σου το ξαναζητούσα, δεν θα μου το απέδιδες· είναι ο θρίαμβός σου, είναι η ελληνική νεολαία που έσωσα.
Έλα τώρα ν’ αντιπαραβάλης μ’ αυτά την προίκα, τα πλούτη που ο Κρέοντας χρεωστεί μόνο στη ληστεία του Σισύφου. Υπάρχετε στη ζωή, άπιστε, και συ και η παλλακή σου, και ο πεθερός σου, μόνο από ολίγη καλοσύνη δική μου. Και αυτήν ακόμη τη δύναμη να είσαι αχάριστος, σε ποιον άλλον τη χρεωστείς, ή σ’ εμέ; Μπορούσα... αλλά τι ωφελεί να σε απειλώ; Η οργή είναι ικανή όλα να τα διαπράξη. Θ’ ακολουθήσω εκείνο που θα μου υπαγορεύση η οργή μου. Ίσως γι’ αυτό λυπηθώ· αλλά μπορώ να αισθανθώ άλλη λύπη μεγαλείτερη από κείνη που υπηρέτησα έναν αχάριστο; Έρωτα, που μου εμπνέεις στα στήθη όλη τη φλόγα των εκδικήσεών σου, κάμε την καρδιά μου ικανή να εκτελέση, για να σ’ εκδικήση, περισσότερα από κείνα που εξετέλεσε για να σ’ εξυπηρετήση.


Forsitan et, stultae dum te iactare maritae
     quaeris et iniustis auribus apta loqui,
in faciem moresque meos nova crimina fingas.
     rideat et vitiis laeta sit illa meis.
rideat et Tyrio iaceat sublimis in ostro—
     flebit et ardores vincet adusta meos.
dum ferrum flammaeque aderunt sucusque veneni,
     hostis Medeae nullus inultus erit.
Quod si forte preces praecordia ferrea tangunt,
     nunc animis audi verba minora meis.
tam tibi sum supplex, quam tu mihi saepe fuisti,
     nec moror ante tuos procubuisse pedes.
si tibi sum vilis, communis respice natos:
     saeviet in partus dira noverca meos.
et nimium similes tibi sunt, et imagine tangor
     et quotiens video, lumina nostra madent.
per superos oro, per avitae lumina flammae,
     per meritum et natos, pignora nostra, duos,
redde torum, pro quo tot res insana reliqui!
     adde fidem dictis auxiliumque refer!
non ego te imploro contra taurosque virosque,
     utque tua serpens victa quiescat ope;
te peto, quem merui, quem nobis ipse dedisti,
     cum quo sum pariter facta parente parens.
Dos ubi sit, quaeris? campo numeravimus illo,
     qui tibi laturo vellus arandus erat.
aureus ille aries villo spectabilis alto,
     dos mea: "quam" dicam si tibi "redde," neges.
dos mea tu sospes, dos est mea Graia iuventus.
     i nunc, Sisyphias, inprobe, confer opes.
quod vivis, quod habes nuptam socerumque potentes,
     hoc ipsum, ingratus quod potes esse, meum est.
quos equidem actutum—sed quid praedicere poenam
     attinet? ingentis parturit ira minas.
quo feret ira sequar. facti fortasse pigebit;
     et piget infido consuluisse viro.
viderit ista deus, qui nunc mea pectora versat.
     nescio quid certe mens mea maius agit.

Αφού το έργο τιτλοφορείται «Ηρωίδες», το λογικό θα ήταν να επιλέξουμε αποσπάσματα από τις γυναικείες επιστολές. Όλες άλλωστε είναι εξαιρετικές. Έλα, όμως, που θεωρούμε κορυφαίες δύο από τις ανδρικές επιστολές… Ας απολαύσουμε τμήμα από την επιστολή του Λέανδρου στην Ηρώ. Ο Οβίδιος γνωρίζει την τραγική ιστορία αυτών των δύο ερωτευμένων νέων από κάποιο ελληνικό πρότυπο, πιθανότατα της ελληνιστικής εποχής. Το ίδιο θέμα πραγματεύτηκε αριστοτεχνικά αιώνες μετά τον Οβίδιο και ο Μουσαίος. Τα πιτσουνάκια μας ζούνε σε πόλεις που τις χωρίζει ο Ελλήσποντος. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα. Το σοβαρό εμπόδιο είναι πως η Ηρώ ως ιέρεια ορκίστηκε ισόβια παρθενία. Δεν τηρεί τον όρκο της, αλλά όλα πρέπει να γίνονται κρυφά. Για να φτάσει ο Λέανδρος στην αγαπημένη του οφείλει να διαπλέει κολυμπώντας τον Ελλήσποντο έχοντας για σημάδι τον φανό που κρατά αναμμένο η Ηρώ. 


Ενώ έλεγα αυτά τα λόγια, ή άλλα παρόμοια, τα χέρια μου μου άνοιγαν εύκολα δρόμο, ανάμεσα στα κύματα.
Η σελήνη έρριχνε τις αχτίδες της επάνω στα νερά, και σκορπούσε στη νύχτα το φέγγος ωραίας ημέρας.
Καμμιά φωνή δεν ήρχετο να προσβάλη την ακοή μου, και ο μόνος κρότος που ήκουα ήταν το μουρμούρισμα των κυμάτων που τα παραμέριζε το κολύμπημα των χεριών μου.
Μόνο ενόμισα ότι άκουσα κάποιο γλυκό θρήνο της ερωμένης του Κήυκος, που πήρε την όψη της Αλκυόνος. Τέλος αρχινώντας να κουράζωμαι, ανασηκόνομαι με προσπάθεια, και διακρίνω κάποιο φως.
Είν’ εκεί, είπα, το φως που ανάφτει για μένα εκεί κατοικεί εκείνη που λατρεύω.
Την ίδια εκείνη στιγμή αποκτώ πάλι τις δυνάμεις μου, και νόμισα πως αισθάνομαι το κύμα πιο ευνοϊκό στον έρωτά μου.
Εκείνος ο έρωτας, που κλείει μέσα η καρδιά μου, είναι που μετριάζει την κρυάδα του νερού όπου το κορμί μου είναι βυθισμένο.
Όσο περισσότερο πλησιάζω στην ακρογιαλιά, τόσο περισσότερο αυξάνεται το θάρρος μου.
Και μόλις επλησίασα αρκετά ώστε να μπορείς να με διακρίνης, η ματιά σου με αναζωογονεί και μου αποδίδει όλες μου τις δυνάμεις.
Με το δυνατό κολύμπι μου, προσπαθώ να δείξω το πάθος μου, και με τα χέρια μου χτυπώ με κρότο τα νερά για να σε ειδοποιήσω.
Βλέπω ότι μ’ όλες τις προσπάθειες της τροφού σου για να σ’ εμποδίση, υπερπηδάς όλα τα εμπόδια και δεν φοβείσαι μήπως βραχής για νάρθης σιμά μου πιο σύντομα.
Με παίρνεις τέλος στην αγκαλιά σου, και αντα­μείβεις τον ζήλο μου με φιλιά που αξίζουν, μεγάλοι θεοί! να διαβή κανείς το πέλαγος για να τ’ αποχτήση.
Βγάζεις το φόρεμά σου από τους ώμους σου για να το ρίξης στους δικούς μου, και η ίδια λαμβάνεις τη φροντίδα να σκουπίσης τα μαλλιά μου. Όλα τ’ άλλα δεν τα είδε άλλος κανείς από το σκοτάδι της νύχτας, από τον πύργο όπου είχαμε αποσυρθή, και από το λυχνάρι σου που με το φως του είχε φώτιση το δρόμο μου.
Οι απολαύσεις εκείνης της νύχτας ήταν αναρίθ­μητες σαν τα φύκια που ρίχνει η θάλασσα στην άκρη του γιαλού. Όσο πιο σύντομες ήταν οι στιγμές, τόσο ολιγώτερες έπρεπε ν’ αφήσουμε να χαθούν.
Αλλά ολίγο υστερώτερα η χαραυγή προαναγ­γέλλει ότι αρχίζει να ξημερώνει, τα θερμά φιλιά μας πολλαπλασιάζονται, και παραπονούμεθα που τόσο σύντομα πέρασε η νύχτα.
Καθώς η τροφός σου μ’ εβίαζε να φύγω, κατε­βαίνω από τον πύργο, και παίρνω πάλι το θαλάσσιο δρόμο, χωρίς να παύσω να κυττάζω, όσο περισσότερο μπορούσα, εκείνην που λατρεύω.
Πίστεψέ με πως όταν φθάνω στην ακρογιαλιά της Σηστού, λογίζομαι ένας κολυμπητής ευτυχής· και όταν επιστρέφω εδώ, νομίζω ότι είμαι ένας ναυαγός.
Όταν έρχομαι να σε εύρω, τα χέρια μου υπηρε­τούν την καρδιά μου με ζήλο· είναι ακίνητα και νεκρωμένα όταν με ξαναφέρνουν εδώ. Ποιος θα το πί­στευε πως μπορεί ποτέ κανείς να αισθάνεται λύπη ξαναγυρίζοντας στην πατρίδα του; Τα μέρη όπου συ κατοικείς είναι η πραγματική μου πατρίδα, και δεν μπορώ νάρθω εκεί!
Γιατί ενώ οι καρδιές μας είνε τόσο ενωμένες, να μας κρατεί μια θάλασσα χωρισμένους. Είτε η Σηστός με κρατεί είτε η Άβυδος σ’ εξουσιάζει, ο έρωτάς μας δεν ξεχωρίζει τον έναν τόπο από τον άλλον.
Γιατί η ταραχή του πελάγους να ρίχνει ταραχή στην ψυχή μου, και γιατί ένα πράγμα τόσο ελαφρό σαν τον άνεμο να επηρεάζη την τύχη μου; Τα δελφίνια εξυπηρετούν τον έρωτά μας, και φαντάζομαι ότι τα ψάρια με γνωρίζουν.
Ίσως και το ίχνος του περάσματος μου έχει αφήση σημάδια πάνω στα νερά όπως οι ρόδες των αμαξιών στο μεγάλο δρόμο.
Άλλοτε το είχα παράπονο ότι μόνο αυτό το δρόμο έχω για νάρχομαι σε σένα· τώρα παραπονούμαι με τους ανέμους, που μου αφαιρούν και αυτό το μέσον.


haec ego vel certe non his diversa locutus
     per mihi cedentes sponte ferebar aquas.
unda repercussae radiabat imagine lunae
     et nitor in tacita nocte diurnus erat.
nullaque vox usquam, nullum veniebat ad aures
     praeter dimotae corpore murmur aquae.
Alcyones solae memores Ceycis amati
     nescio quid visae sunt mihi dulce queri.
iamque fatigatis umero sub utroque lacertis
     fortiter in summas erigor altus aquas.
ut procul adspexi lumen, 'meus ignis in illo est:
     illa meum,' dixi, 'litora lumen habent.'
et subito lassis vires rediere lacertis,
     visaque quam fuerat mollior unda mihi.
frigora ne possim gelidi sentire profundi,
     qui calet in cupido pectore, praestat amor.
quo magis accedo propioraque litora fiunt,
     quoque minus restat, plus libet ire mihi.
cum vero possum cerni quoque, protinus addis
     spectatrix animos, ut valeamque facis.
nunc etiam nando dominae placuisse laboro,
     atque oculis iacto bracchia nostra tuis.
te tua vix prohibet nutrix descendere in altum;
     hoc quoque enim vidi, nec mihi verba dabas.
nec tamen effecit, quamvis retinebat euntem,
     ne fieret prima pes tuus udus aqua.
excipis amplexu feliciaque oscula iungis—
     oscula, di magni, trans mare digna peti!
eque tuis demptos umeris mihi tradis amictus
     et madidam siccas aequoris imbre comam.
cetera nox et nos et turris conscia novit
     quodque mihi lumen per vada monstrat iter.
non magis illius numerari gaudia noctis
     Hellespontiaci quam maris alga potest;
quo brevius spatium nobis ad furta dabatur,
     hoc magis est cautum, ne foret illud iners.
iamque fugatura Tithoni coniuge noctem
     praevius Aurorae Lucifer ortus erat;
oscula congerimus properata sine ordine raptim
     et querimur parvas noctibus esse moras.
atque ita cunctatus monitu nutricis amaro
     frigida deserta litora turre peto.
digredimur flentes repetoque ego virginis aequor
     respiciens dominam, dum licet, usque meam.
siqua fides vero est, veniens hinc esse natator,
     cum redeo, videor naufragus esse mihi.
hoc quoque, si credes: ad te via prona videtur;
     a te cum redeo, clivus inertis aquae.
invitus repeto patriam; quis credere possit?
     invitus certe nunc moror urbe mea.
ei mihi! cur animis iuncti secernimur undis
     unaque mens, tellus non habet una duos?
vel tua me Sestus, vel te mea sumat Abydos;
     tam tua terra mihi, quam tibi nostra placet.
cur ego confundor, quotiens confunditur aequor?
     cur mihi causa levis, ventus, obesse potest?
iam nostros curvi norunt delphines amores
     ignotum nec me piscibus esse reor.
iam patet attritus solitarum limes aquarum,
     non aliter multa quam via pressa rota.
quod mihi non esset nisi sic iter, ante querebar;
     at nunc per ventos hoc quoque deesse queror.

Κλείνουμε με την επιστολή του Ακόντιου στην Κυδίππη. Ο Ακόντιος προικίστηκε με τόση ομορφιά, που κυνηγούσαν να τον γαμήσουν όλοι οι συμπολίτες του. Κάποτε βρέθηκε στην Δήλο, στην πανήγυρη της θεάς Άρτεμης. Μέσα στο πλήθος είδε μια Ναξιώτισσα καλλονή, την Κυδίππη, και του έπεσε το σαγόνι. Δεν θα τολμούσε τίποτε, ήταν άβγαλτος στα ερωτικά, αλλά παρενέβη ο θεός Έρως. Με δική του καθοδήγηση έστειλε ο Ακόντιος ένα μήλο να κυλήσει στα πόδια της Κυδίππης. Αυτή το ανασήκωσε και προς έκπληξή της παρατήρησε πως στην φλούδα του καρπού ήταν χαραγμένα γράμματα. Τα διάβασε φωναχτά, όπως συνήθιζαν οι αρχαίοι Έλληνες: «Ορκίζομαι στην Άρτεμη να παντρευτώ τον Ακόντιο». Αυτό ήταν! Χωρίς να το καταλάβει δεσμεύτηκε και μάλιστα μπροστά στο ιερό της θεάς. Ωστόσο, δεν έδωσε σημασία, αφού στο κάτω κάτω δεν γνώριζε κανέναν Ακόντιο. Στην πατρίδα της οι μανάδες των αγοριών από καιρό την είχαν βάλει στο μάτι και επιδίωκαν να την κάνουν νύφη. Ο πατέρας της διάλεξε για σύζυγο της Κυδίππης κάποιον νεαρό και προετοίμασε την γαμήλια τελετή. Όμως την ημέρα του γάμου η Κυδίππη κρεβατώθηκε του θανατά. Η τελετή αναβλήθηκε, αλλά ξανάγιναν τα ίδια και τις τρεις επόμενες φορές. Ο πατέρας της αντιλήφθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και ζήτησε βοήθεια από το μαντείο, όπου τον πληροφόρησαν ότι τον γάμο εμποδίζει η θεά Άρτεμη, επειδή η Κυδίππη είναι δοσμένη με όρκο σε άλλον άντρα. Ο πατέρας της επιστρέφει σπίτι και της ανακοινώνει την απάντηση του μαντείου. Τότε μόνο θυμάται η Κυδίππη τον όρκο της. Σε αυτήν την χρονική στιγμή βάζει ο Οβίδιος τον Ακόντιο να γράφει την επιστολή του.
Η ιστορία του Ακόντιου και της Κυδίππης ήταν από τις δημοφιλέστερες στην αρχαιότητα. Την γνωρίζουμε, δυστυχώς σε αποσπάσματα, από τον τιτάνα της ελληνιστικής ποίησης, τον Καλλίμαχο. Αυτός μας παρουσιάζει τον Ακόντιο άμαθο στις ερωτοδουλειές και ερωτικό θήραμα αντί για κυνηγό. Στον Οβίδιο βλέπουμε διαφορετικό Ακόντιο. Το γραπτό του φανερώνει ξεδιάντροπο μούτρο, ξεσκολισμένο στα γκομενιλίκια, με σαδιστικές αλλά και μαζοχιστικές διαθέσεις. Ταίριαζε καλύτερα στον Οβίδιο αυτή η εκδοχή του Ακόντιου; Ή μήπως ήθελε να τονίσει πώς ο έρωτας κάνει τους λαγούς λιοντάρια;  


Τέλος, στέργω να λέγομαι πλάνος, αν είναι πλάνος ένας που θέλει ν’ αποχτήση εκείνο που αγαπά.
Σου γράφω πάλι, και σου μιλώ παρακαλώντας σε θερμά. Είναι λοιπόν και αυτό πάλι απάτη, και θα νομίζης πάλι ότι έχεις λόγους να παραπονείσαι γι αυτό; Αν με το να σ’ αγαπώ σου κάνω προσβολή, σου το ομολογώ πως δεν θα παύσω ποτέ να σε προσβάλλω. Όποια προφύλαξι και αν λάβης, θα σ’ ακολουθώ παντού. Αν άλλοι εις παρομοία περίσταση μεταχειρίσθηκαν τη βία, είναι τάχα σωστό να με καταδικάζεις για ολίγα τολμηρά λόγια; Οι θεοί να δώσουν να μπορέσω να σε περιβάλω με τόσα δεσμά, ώστε να μη μπορείς ναύρης κανένα τρόπο να ξεφύγης. Μου απομένουν ακόμη τόσα μέσα να δοκιμάσω, και ο έρωτάς μου κανένα απ’ αυτά δεν θα παραμελήση· όσο και αν αμφιβάλλεις για το πράγμα, θα καταλήξεις να γείνης δική μου. Ό,τι και αν κάμης, δεν θα ξεφύγης απ’ όλες τις παγίδες μου, και ο Έρωτας σου έχει στημένες περισσότερες απ’ όσες μπορείς να φαντασθής.
Αν ο δόλος δεν επιτύχη, θα καταφύγω στη βία. Δεν είμαι καθόλου απ’ εκείνους που κατακρίνουν τον Πάρη, και τους άλλους ερωτευμένους, που, όπως εκείνος, μπόρεσαν να φανούν τολμηροί στην κατάλληλη στιγμή! θα φερθώ παρόμοια... Αλλά δεν λέω περισσότερα. Κι αν ακόμη πρόκειται ναύρω τον όλεθρό μου, θα είναι για μένα συμφορά μικρότερη από εκείνη που θα μ’ εύρη αν δεν σ’ αποχτήσω. Ο έρωτάς μου θα ήταν ολιγώτερος, αν ήσουν ολιγώτερο όμορφη. Τα θέλγητρά σου είνε που με κάνουν τολμηρό. Αυτά τα μάτια που λάμπουν περισσότερο από τ’ αστέρια, αυτά τα ωραία ξανθά μαλλιά, αυτός ο λαιμός ο πιο άσπρος από το φίλντισι, αυτά τα μπράτσα που ήθελα να τα ιδώ δεμένα επάνω μου, αυτή η σεμνή και ευγενική θωριά, αυτά τα πόδια που θα τα ζήλευε η Θέτις, είνε τα όπλα που με υπέταξαν. Γιατί δεν έχω την ευτυχία να μπορώ να ομιλώ και για τα λοιπά! Όχι, οι θεοί δεν αφήκαν κανένα μέρος του έργου των στερημένο τελειότητα. Είναι ν’ απορεί κανείς αν, σκλαβωμένος από τόσες
ομορφιές, θέλησα να επιτύχω ομολογία από σένα την ίδια; Αρκεί μόνον να ομολογήσης την κατάκτησή μου, και δέχομαι να ονομάσης εγκληματικά τα μέσα που μεταχειρίζομαι γι’ αυτή. Θα ανεχθώ την προσβολή, αρκεί μόνο να μη χάσω την ανταμοιβή της. Τι όφελος βγαίνει από ένα τέτοιο έγκλημα; Ο Τελαμών απήγαγε την Ησιόνη, ο Αχιλλέας απήγαγε τη Βρισηίδα. Και η μια και η άλλη αιχμάλωτη ακολούθησε το νικητή της. Σου συχωρώ όλο το θυμό σου, αρκεί να μπορέσω να τον κατανικήσω. Ολίγο μόνο να μου επιτρέψης νάρθω κοντά σου, εκείνος που σου άναψε το θυμό θαύρη τρόπο να τον καταπραΰνη. Το μόνο που ζητώ είναι να μπορέσω να χύνω τα δάκρυά μου στα πόδια σου, και όπως οι σκλάβοι που είναι άξιοι να τιμωρηθούν ν’ αγκαλιάσω τα γόνατά σου.
Δεν γνωρίζεις ακόμη όλα τα δικαιώματά σου. Κάλεσέ με μόνο κοντά σου. Γιατί καταχράσαι της απουσίας μου για να με μαλλώνεις; Πρόσταξε σαν κυρία, και θα υπακούσω σα σκλάβος ταπεινός. Και αν ακόμη, στη μανία σου μου μαδήσης τα μαλλιά, και με τα νύχια σου μου παραμορφώσης το πρόσωπο, όλα θα τα υπομείνω, και θα φοβηθώ μόνο μήπως ιδώ τα ωραία σου χέρια να πληγωθούν από τα χτυπήματα που θα μου δώσουν.


sit fraus huic facto nomen, dicarque dolosus,
     si tamen est, quod ames, velle tenere dolus.
en, iterum scribo mittoque rogantia verba!
     altera fraus haec est, quodque queraris habes.
si noceo, quod amo, fateor, sine fine nocebo,
     teque, peti caveas tu licet, usque petam.
per gladios alii placitas rapuere puellas;
     scripta mihi caute littera crimen erit?
di faciant, possim plures imponere nodos,
     ut tua sit nulla libera parte fides.
mille doli restant, clivo sudamus in imo;
     ardor inexpertum nil sinet esse meus.
sit dubium, possisne capi; captabere certe.
     exitus in dis est, sed capiere tamen.
ut partem effugias, non omnia retia falles,
     quae tibi, quam credis, plura tetendit Amor.
si non proficient artes, veniemus ad arma,
     inque tui cupido rapta ferere sinu.
non sum qui soleam Paridis reprehendere factum
     nec quemquam, qui vir, posset ut esse, fuit.
nos quoque—sed taceo. mors huius poena rapinae
     ut sit, erit quam te non habuisse minor.
aut esses formosa minus, peterere modeste;
     audaces facie cogimur esse tua.
tu facis hoc oculique tui, quibus ignea cedunt
     sidera, qui flammae causa fuere meae;
hoc faciunt flavi crines et eburnea cervix
     quaeque, precor, veniant in mea colla manus
et decor et vultus sine rusticitate pudentes
     et, Thetidis qualis vix rear esse, pedes.
cetera si possem laudare, beatior essem,
     nec dubito, totum quin sibi par sit opus.
hac ego compulsus, non est mirabile, forma,
     si pignus volui vocis habere tuae.
denique, dum captam tu te cogare fateri,
     insidiis esto capta puella meis.
invidiam patiar; passo sua praemia dentur.
     cur suus a tanto crimine fructus abest?
Hesionen Telamon, Briseida cepit Achilles;
     utraque victorem nempe secuta virum.
quamlibet accuses et sis irata licebit,
     irata liceat dum mihi posse frui.
idem qui facimus, factam tenuabimus iram,
     copia placandi sit modo parva tui.
ante tuos liceat flentem consistere vultus
     et liceat lacrimis addere verba suis
utque solent famuli, cum verbera saeva verentur,
     tendere submissas ad tua crura manus!
ignoras tua iura; voca! cur arguor absens?
     iamdudum dominae more venire iube.
ipsa meos scindas licet imperiosa capillos
     oraque sint digitis livida nostra tuis.
omnia perpetiar; tantum fortasse timebo,
     corpore laedatur ne manus ista meo.


Η μοναδική, γνωστή σ’ εμάς, πλήρης νεοελληνική μετάφραση των Ηρωίδων είναι ανώνυμη (υπάρχουν μόνο τα αρχικά Κ. Π.). Κυκλοφόρησε το 1923 από τον οίκο Ζηκάκη. Το βιβλίο αυτό μπορείτε να το βρείτε στην Βιβλιοθήκη Ανέμη (λείπουν κάποιες σελίδες, συγκεκριμένα ένα τμήμα από τον πρόλογο του εκδότη και η αρχή της πρώτης επιστολής). Αυτήν την μετάφραση χρησιμοποιήσαμε παραπάνω. Φαίνεται υπερβολικά ελεύθερη, για να έχει γίνει απευθείας από τα λατινικά. Κατά καιρούς ξεμυτούν νεοελληνικές μεταφράσεις μεμονωμένων επιστολών. Της Βρισηίδας και της Πηνελόπης από τον οίκο «Περίπλους», οι οποίες μάλλον δεν κυκλοφορούν πλέον και είναι πρόχειρες εκδόσεις. Αξιόλογες εκδόσεις είναι οι επιστολές του Λέανδρου και της Ηρώς σε μετάφραση του Β. Βαϊόπουλου στην «Εστία», καθώς και οι επιστολές του Ακόντιου και της Κυδίππης σε μετάφραση του Α. Μιχαλόπουλου στον «Παπαδήμα». Αυτά τα δύο βιβλία ελπίζουμε να τα παρουσιάσουμε σύντομα.